Τρόπος Ζωής             

 Παχυσαρκία              

 Σακχαρώδης Διαβήτης 

 Υπέρταση                  

 Υπερχοληστερολαιμία 

 Κάπνισμα                        

 Έμφραγμα Μυοκαρδίου 

 Άσκηση                        

 Δίαιτα                        

 Ψυχογενής Ανορεξία
 

Ερευνητικό & Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Υγεία του Παιδιού

 

 

Ερευνητικό & Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Υγεία του Παιδιού

 

 

Ψυχογενής Ανορεξία - Βουλιμία

       

Διαταραχές διατροφικής συμπεριφοράς σε παιδιά-έφηβους

 Η προεφηβική και εφηβική ηλικία αποτελεί μια κρίσιμη περίοδο στην ανάπτυξη των ατόμων με ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά, βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Ακόμη αυτή η ηλικία χαρακτηρίζεται από σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές που επηρεάζουν την συμπεριφορά των παιδιών σε θέματα διατροφής και αυτό επιδεινώνει πιθανές διατροφικές ανεπάρκειες. Αυτές οι ανεπάρκειες πιθανόν να ευθύνονται ή να επιδεινώνουν  προβλήματα συμπεριφοράς, σχολικής απόδοσης, ευμετάβλητης συμπεριφοράς και ανησυχίας σε αυτά τα παιδιά.

 Τα παιδιά στις δυτικές κοινωνίες και στην Κύπρο παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα όσο αφορά την ποιότητα της διατροφής. Καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες λιπών και κυρίως κορεσμένων λιπών πολλούς απλούς υδατάνθρακες, λίγες φυτικές ίνες, και πολλές πρωτεΐνες.

 Σοβαρές διαιτητικές παρεκτροπές παρατηρούνται σε αυτήν την ηλικία σε μεγαλύτερη συχνότητα στα κορίτσια από ότι στα αγόρια και οδηγούν σε ψυχογενή ανορεξία ή βουλιμία ή μερική εκδήλωση των πιο πάνω διαταραχών. Η διαταραχές στην διατροφή και οι διατροφικές παρεκτροπές είναι μεταξύ των πιο συχνών ψυχοσωματικών διαταραχών σε θήλεα άτομα εφηβικής και νεανικής ηλικίας. Σύμφωνα με πρόσφατα επιδημιολογικά στοιχεία η συχνότητα της νευρογενούς ανορεξίας υπολογίζεται σε 0,5-1% και για την βουλιμία 1-3%. Στους αθλητές το ποσοστό ανεβαίνει στο 6 – 8%.

 Αν και δεν υπάρχουν κοινά αποδεκτά κριτήρια για τις υποκλινικές μορφές των διατροφικών διαταραχών διάφορες μελέτες τις ανεβάζουν σε ποσοστό 1,3 έως 15% σε νεαρές γυναίκες ηλικίας 15 – 24 χρόνων.

 Η νευρογενής ανορεξία (ΝΑ) και η νευρογενής βουλιμία (ΝΒ) προσβάλλουν μεταξύ 1 – 10% των εφήβων γυναικών και γυναίκες φοιτητικής ηλικίας. Στα αγόρια οι διαταραχές αυτές είναι λιγότερο συχνές και οι έφηβοι ενδιαφέρονται να αυξήσουν συνήθως την μυϊκή μάζα τους και λιγότερο τους ενδιαφέρει η εμφάνιση πλην όμως των παχύσαρκων αγοριών που εκεί η αυτοεκτίμηση και το ενδιαφέρον για την εξωτερική εμφάνιση είναι σαφώς επηρεασμένη.

Η ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών αυτής της ηλικίας, το οικογενειακό περιβάλλον, και βιολογικοί παράγοντες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες στην εμφάνιση αυτής της ψυχοπαθολογίας.

 Τα διαγνωστικά κριτήρια της νευρογενούς ανορεξίας και βουλιμίας βάσει του DMS-IV(Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, 3rd Ed, rev., America Psychiatric Association, Washington, D.C.M,1987)αναφέρονται  στο Παράρτημα. 

Τα παιδιά με μη κλινικά συμπτώματα ψυχογενούς ανορεξίας βουλιμίας πιθανόν να έχουν ανεπαρκή ανάπτυξη και περισσότερα προβλήματα θρέψης όπως ανεπαρκής πρόσληψη βιταμινών, ιχνοστοιχείων, σιδήρου, ασβεστίου, φυτικών ινών, αυξημένη λήψη κορεσμένων λιπών  και απλών σακχάρων με επακόλουθα την αυξημένη συγκέντρωση λιποπρωτεϊνών στο αίμα, την χαμηλότερη μέση τιμή αιμοσφαιρίνης, την συχνότερη σιδηροπενία ή σιδηροπενική αναιμία κ.α. 

Η πρόσληψη ασβεστίου στην παιδική και εφηβική ηλικία είναι σημαντική αφού σ’ αυτή διαπλάθεται ο οστέινος σκελετός και η περιεκτικότητα των οστών σε υδροξυαπατίτη (g/m2).

Τα άτομα αυτής της ηλικίας συνιστάται να παίρνουν 800-1200 mg ασβεστίου την ημέρα. Η επαρκής πρόσληψη με την διατροφή ενέργειας μαζί με ασβέστιο, φωσφόρο και βιταμίνης D είναι πολύ σημαντική τις δύο πρώτες δεκαετίες της ζωής μας, αφού η μέγιστη οστική πυκνότητα επιτυγχάνεται μεταξύ 18 – 25 χρονών. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα κορίτσια με ΝΑ και ΝΒ έχουν μικρότερη οστική πυκνότητα από τα συνομήλικα τους και ευρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για σοβαρού βαθμού οστεοπόρωση σε σχετικά νεαρή ηλικία.

 Η έγκαιρη ανίχνευση διαφόρων μη κλινικών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και της ψυχολογίας των κοριτσιών που είναι σε κίνδυνο να εμφανίσουν την νόσο θα βοηθήσει στην έγκαιρη ανίχνευση των ασθενών και την πρώιμη παρέμβαση για καλύτερη αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της νόσου.

 Η έγκαιρη ανίχνευση και η πρώιμη παρέμβαση σε παιδιά που ευρίσκονται στην ομάδα υψηλού κινδύνου βελτιώνει την αυτοεκτίμηση την σωματική αυτοεικόνα και την ψυχολογική κατάσταση αυτών των παιδιών και μειώνουν την πιθανότητα εμφάνισης σοβαρής ψυχοπαθολογίας. Η έγκαιρη εφαρμογή προγραμμάτων τροποποίησης της συμπεριφοράς και των διαιτητικών παρεκτροπών των εφήβων βοηθά ώστε να έχουν ευεργετικά αποτελέσματα κατά την ενηλικίωση τους.

 Το πρόβλημα φαίνεται να είναι διεθνές και η έγκαιρη ανίχνευση και προσπάθεια παρέμβασης για ανακοπή της πιθανής πορείας των παιδιών αυτών προς κλινικής μορφής ΝΑ/ΝΒ τυγχάνει διεθνούς ενδιαφέροντος. Παρόλα αυτά το μέγεθος του προβλήματος παραμένει άγνωστο στην Κύπρο. Να σημειωθεί, βέβαια, ότι η ανίχνευση των παιδιών με μη κλινικών συμπτωμάτων διατροφική διαταραχή βάση του DMS-111-R, του ΕΑΤ (Eating Attitudes Test), του EDI (Eating Disorders Inventory) και του αναπροσαρμοσμένου EDI-2 (Eating Disorders Inventory-2) και η συσχέτιση τους με μελλοντική ανάπτυξη ψυχογενούς βουλιμίας ή ανορεξίας δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως και χρήζει περαιτέρω μελέτης.

 Η έγκαιρη ανίχνευση σε αρχικά στάδια παιδιών με διατροφικές παρεκκλίσεις και παράγοντες κινδύνου για ψυχογενή ανορεξία και βουλιμία και η παρακολούθηση της εξέλιξης των θα δείξει κατά πόσο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν προληπτικά προγράμματα ανεύρεσης – παρακολούθησης και παρέμβασης αν χρειαστεί, ώστε να βελτιωθεί η πρόγνωση αυτών των ατόμων.